Αρχαιολογικός Χώρος Αιγοσθένων, Πόρτο Γερμενό, Δήμος Μάνδρας-Ειδυλλίας

Αρχαιολογικός Χώρος Αιγοσθένων, Πόρτο Γερμενό, Δήμος Μάνδρας-Ειδυλλίας

Το φρούριο των Αιγοσθένων, στο σημερινό Πόρτο Γερμενό της Δυτικής Αττικής, αποτελεί ένα από τα επιβλητικότερα αρχαία φρούρια στον ελλαδικό χώρο. Η θέση που επελέγη για να κτιστεί η αρχαία πόλη, βρίσκεται σε ένα τοπίο μοναδικού φυσικού κάλλους. Περιβάλλεται από ορεινούς όγκους που της παρέχουν γεωγραφική απομόνωση και φυσική προστασία, ενώ παράλληλα η άμεση πρόσβαση στη θάλασσα ανοίγει ορίζοντες επικοινωνίας. Συγκεκριμένα, η αρχαία πόλη είναι κτισμένη στην ανατολική πλευρά του Κορινθιακού κόλπου, στον όρμο των Αιγοσθένων, και περιβάλλεται από τις οροσειρές του Κιθαιρώνα προς βορρά, του Μύτικα προς νότο και του Μακρού όρους προς τα νοτιοδυτικά. Η θέση θεωρείται στρατηγικής σημασίας λόγω της εγγύτητάς της με έναν από τους κύριους στρατιωτικούς δρόμους, ο οποίος διερχόμενος από τη βόρεια Μεγαρίδα, συνέδεε Πελοπόννησο με Βοιωτία. Η θέση της αρχαίας πόλης φαίνεται να έχει χρησιμοποιηθεί από τα γεωμετρικά έως τα μεταβυζαντινά χρόνια.

Το φρούριο κτίστηκε στο β΄ μισό του 4ου αι. π.Χ. προσδίδοντας στη θέση οχυρωματικό χαρακτήρα. Αποτελείται από την ακρόπολη και την κάτω πόλη, η οποία προστατευόταν από μακρά τείχη που φθάνουν μέχρι τη θάλασσα.  Η ακρόπολη είναι κτισμένη σε χαμηλό λόφο, σε απόσταση 450μ. από τη θάλασσα. Έχει ορθογώνιο σχήμα και ορίζεται περιμετρικά από περίβολο με πύργους. Η ανατολική της πλευρά σώζεται σε μεγάλο ύψος, ενισχύεται από τέσσερις πύργους και έχει μικρή πυλίδα. Ο εντυπωσιακός πύργος της νοτιοανατολικής γωνίας της ακρόπολης είναι σήμερα αναστηλωμένος στην πλήρη μορφή του και προσβάσιμος εσωτερικά και στους τρεις ορόφους του. Η ακρόπολη συνδεόταν με το λιμάνι με μακρά τείχη, από τα οποία μόνο το βόρειο είναι σήμερα ορατό με τουλάχιστον επτά πύργους και δύο πύλες.

gΣτα Αιγόσθενα μαρτυρείται λατρεία του μάντη και θεραπευτή Μελάμποδα, το ιερό του οποίου εκτιμάται ότι βρίσκεται κάτω από την ακρόπολη, στον εντός των μακρών τειχών χώρο.
Ένδειξη για τη συνέχιση της κατοίκησης κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους αποτελεί η πεντάκλιτη βασιλική του 5ου αι. στην κάτω πόλη. Επάνω στα ερείπια της βασιλικής, χτίστηκε, τον 11ο αι., το μικρό εκκλησάκι της Παναγίας ή Αγίας Άννας με αρχαίο οικοδομικό υλικό. Στην ύστερη βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο, ο χώρος της ακρόπολης φιλοξένησε μοναστήρι, από το οποίο σώζονται τα ερείπια κελιών, καθώς και το καθολικό, αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο.

Το 1981, ο ισχυρός σεισμός των Αλκυονίδων στον Κορινθιακό κόλπο, επέφερε σημαντικές βλάβες και καταρρεύσεις σε όλο το φρούριο. Από το 2011 το Υπουργείο Πολιτισμού έχει ξεκινήσει σημαντικά έργα αναστήλωσης και αποκατάστασης του φρουρίου.

Νοτιοανατολικός Πύργος (Π1)

Ο Νοτιοανατολικός Πύργος αποτελεί τμήμα της ακρόπολης του φρουρίου των Αιγοσθένων. Είναι ο μεγαλύτερος και ψηλότερος πύργος του φρουρίου, με τετράγωνο σχήμα, πλευράς περίπου 9μ., τριώροφος, συνολικού ύψους περίπου 18μ., με δίρριχτη στέγη. Συγκαταλέγεται στα σπουδαιότερα μνημεία της αρχαίας οχυρωματικής τέχνης, καθώς διασώζει πλήθος αυθεντικών στοιχείων της μορφής και της οικοδομικής των αρχαίων πύργων. Αποτέλεσε αντικείμενο θαυμασμού και μελέτης από περιηγητές και ερευνητές προερχόμενους από όλο τον κόσμο ήδη από τις αρχές του 19ου αι.

Είναι κτισμένος με λίθους από λατυποπαγή ασβεστόλιθο που προέρχεται από την εγγύς περιοχή και διαθέτει διπλή τοιχοποιία. Η εξωτερική παρειά είναι κτισμένη κατά το ισόδομο σύστημα και αποτελείται από μεγάλους λαξευτούς ορθογώνιους λίθους. Η εσωτερική παρειά, η οποία φθάνει έως το δεύτερο όροφο, είναι κτισμένη με μικρότερους λίθους και ακανόνιστη δόμηση. Οι δύο παρειές συμπλέκονται μέσω διάτονων λίθων, ενώ μεταξύ τους υπάρχει «γόμωση» με χώμα και αργούς λίθους. Η θύρα του πύργου βρίσκεται στη βόρεια πλευρά. Στον πρώτο και δεύτερο όροφο υπάρχουν τοξοθυρίδες, ενώ στον τελευταίο όροφο δώδεκα παράθυρα για καταπέλτες, τρία σε κάθε πλευρά.

Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, ο πύργος δέχθηκε μετασκευές και πιθανώς χρησιμοποιήθηκε από μοναχούς της μονής του Αγίου Γεωργίου, που ιδρύθηκε στο χώρο της ακρόπολης.
Ο πύργος διέσωζε ολόκληρη τη νότια πλευρά του έως την απόληξη της στέγης μέχρι το 1981, όταν ο ισχυρός σεισμός των Αλκυονίδων έπληξε σοβαρά το μνημείο προκαλώντας εκτεταμένες καταρρεύσεις.  Εξαιτίας του σεισμού κατέρρευσαν μεγάλα τμήματα των εξωτερικών και εσωτερικών τοίχων του πύργου. Οι λίθοι που έπεσαν εντός του πύργου έφραξαν την είσοδο και κατέστησαν απροσπέλαστο το εσωτερικό του. Επιπλέον, το μνημείο παρουσίαζε σοβαρές παραμορφώσεις, όπως κοίλανση των τοίχων, εκτροπή των γωνιών προς τα έξω, μετακίνηση λίθων από τις αρχικές τους θέσεις, μεγάλες ρωγμές, αποσύνδεση των εσωτερικών παρειών που είχαν αποκτήσει κλίση προς το εσωτερικό του πύργου, κ.λπ. που συνιστούσαν εξαιρετικά μεγάλο κίνδυνο ετοιμορροπίας.
Το έργο αναστήλωσης και αποκατάστασης του πύργου ξεκίνησε το 2011 και ολοκληρώθηκε το 2016. Χρηματοδοτήθηκε από το ΕΣΠΑ - Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Αττική 2007-2013» και εκτελέστηκε με αυτεπιστασία αρχικά από τη Γ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και ολοκληρώθηκε από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Αθηνών. Το έργο υπαγορεύθηκε από την ανάγκη να αντιμετωπιστούν τα σοβαρά προβλήματα στατικότητας του πύργου που είχαν προκληθεί εξαιτίας της σεισμικής δραστηριότητας και της φυσικής φθοράς. Ιδιαίτερα σημαντικό, ωστόσο, ήταν και το γεγονός ότι το μνημείο αυτό αποτελεί μία ξεχωριστή περίπτωση, καθώς διέσωζε ένα εξαιρετικά μεγάλο ποσοστό του αυθεντικού δομικού υλικού του και πλείστα στοιχεία της αυθεντικής δομής του. Επί αυτής της βάσης, στόχος του έργου ήταν η αναστήλωση και πλήρης αποκατάσταση του μνημείου στη μορφή που είχε στην αρχαιότητα.

Οι εργασίες που εκτελέστηκαν, περιελάμβαναν:

  • Ανάσυρση και ταύτιση των λιθοπλίνθων που είχαν καταπέσει εντός και εκτός του μνημείου (συνολικά 146 μεγάλες λιθόπλινθοι).
  • Τοποθέτηση ισχυρών ικριωμάτων βαρέος τύπου εξωτερικά και εσωτερικά του πύργου.
  • Αποσυναρμολόγηση τμήματος του μνημείου, προκειμένου να αρθούν οι σοβαρές βλάβες και παραμορφώσεις που είχε υποστεί.
  • Δομική αποκατάσταση και συντήρηση των αρχαίων λιθοπλίνθων που ανασύρθηκαν και αποσυναρμολογήθηκαν.
  • Ανατάξεις παραμορφωμένων τμημάτων των εσωτερικών παρειών που είχαν απωλέσει τη σύνδεση με τις εξωτερικές παρειές και παρουσίαζαν σημαντική κλίση προς το εσωτερικό του πύργου.
  • Επανατοποθέτηση του αρχαίου δομικού υλικού.
  • Συμπλήρωση των τμημάτων που είχαν απωλεσθεί με νέες λιθοπλίνθους από λατυποπαγή ασβεστόλιθο της περιοχής, όμοιο με το αρχαίο δομικό υλικό.
  • Ανακατασκευή εσωτερικών ξύλινων πατωμάτων και ξύλινης δίρριχτης στέγης με επικεράμωση. Τοποθέτηση ξύλινης θύρας και ξύλινων παραθύρων.
  • Τοποθέτηση εσωτερικών μεταλλικών κλιμάκων, καθώς και εξωτερικών μεταλλικών κλιμάκων που οδηγούν στον πύργο.

Στον επισκέπτη δίδεται πλέον η δυνατότητα πρόσβασης στο εσωτερικό του πύργου και ανόδου έως τον τελευταίο του όροφο, από όπου έχει πλήρη εποπτεία του φρουρίου και της ευρύτερης περιοχής. Ο αναστηλωμένος πύργος αποτελεί πολύτιμο τεκμήριο της αρχαίας οχυρωματικής τέχνης. Είναι μέχρι σήμερα το μοναδικό παράδειγμα σημαντικού αρχαίου οχυρωματικού μνημείου που έχει αποκατασταθεί πλήρως στην αυθεντική μορφή του και είναι προσβάσιμο στο εσωτερικό του και στους τρεις ορόφους του.

Ναός Αγίου Γεωργίου, Αρχαιολογικός Χώρος Αιγοσθένων, Πόρτο Γερμενό, Δήμος Μάνδρας-Ειδυλλίας

Ο ναός του Αγίου Γεωργίου βρίσκεται στην ακρόπολη του φρουρίου των Αιγοσθένων. Ανήκει στον τύπο του συνεπτυγμένου σταυροειδούς ναού με ημικυλινδρικό χαμηλό τρούλο, ημικυκλική αψίδα ιερού και μεταγενέστερο ξυλόστεγο νάρθηκα στα δυτικά με λίθινο δάπεδο από ακανόνιστες πλάκες μεγάλου μεγέθους. Εσωτερικά ο ναός είναι κατάγραφος με αξιόλογο τοιχογραφικό διάκοσμο, τριών τουλάχιστον χρονολογικών περιόδων. Το παλαιότερο στρώμα τοιχογράφησης χρονολογείται στους βυζαντινούς χρόνους, όπως μαρτυρεί τοιχογραφία του Παντοκράτορα που αποκαλύφθηκε στον τρούλο. Το δεύτερο στρώμα (17ος αι.) εκτείνεται στον τρούλο και στον κυρίως ναό και ανήκει στη μεταβυζαντινή φάση του μνημείου, όταν ο ναός αποτέλεσε καθολικό μονής. Ο νεότερος τοιχογραφικός διάκοσμος (1833) κοσμεί το τέμπλο, το Ιερό Βήμα και το ανατολικό τμήμα του βόρειου και του νότιου τοίχου.
Ο νάρθηκας αποτελεί μεταγενέστερη προσθήκη. Η εντοιχισμένη επιγραφή στην ανατολική πλευρά της νότιας θύρας, με τη χρονολογία 1789, αναφέρεται πιθανότατα στο έτος ανέγερσής του.
Από τις οικοδομικές επεμβάσεις για την εξυπηρέτηση των αναγκών της μοναστικής κοινότητας διατηρείται συγκρότημα κελιών σε κάτοψη Γ.

Πύργος 2 (Π2)

Ο δεύτερος πύργος της ανατολικής οχύρωσης της ακρόπολης του φρουρίου των Αιγοσθένων βρίσκεται σε απόσταση 56μ. βορείως του Νοτιοανατολικού Πύργου και δίπλα στην πυλίδα που οδηγεί στην ακρόπολη. Είναι σχεδόν τετράγωνος σε κάτοψη, με μήκος πλευράς 5,30-5,50μ. Σώζεται σε μέγιστο ύψος 10.50 μ. και αρχικά είχε δύο ορόφους. Στη δυτική και νότια πλευρά του πύργου έχουν προσαρτηθεί τα βυζαντινά κελιά της μονής του Αγίου Γεωργίου. Η είσοδος του βρίσκεται στη νότια πλευρά του και είναι προσπελάσιμη από το εσωτερικό του κελιού Κ1.4. Η πρόσβαση στον άνω όροφο θα γινόταν μέσω εξωτερικού κλιμακοστασίου.

Βορειοανατολικός Πύργος (Π4)

Βρίσκεται στη βορειοανατολική γωνία της ακρόπολης του φρουρίου των Αιγοσθένων. Είναι τετράπλευρος, πλευράς περίπου 7,40 μ., με δύο ορόφους. Η πρόσβαση γινόταν από τη νότια πλευρά του. Λίθινη κλίμακα οδηγούσε από το εσωτερικό της ακρόπολης στον περίδρομο και στη θύρα του πύργου που βρισκόταν στη στάθμη του περιδρόμου. Η πρόσβαση στον άνω όροφο θα γινόταν πιθανώς μέσω εξωτερικής κλίμακας που θα ξεκινούσε από τον περίδρομο.
Μέχρι το 1981 η κατάσταση διατήρησης του πύργου ήταν εξαιρετικά καλή. Εξαιτίας του σεισμού, η νοτιοανατολική γωνία του μνημείου κατέρρευσε στη βραχώδη και απότομη ανατολική πλαγιά, συμπαρασύροντας τμήματα της νότιας και της ανατολικής τοιχοποιίας του. Επίσης, κατέρρευσαν λίθοι των ανώτερων τμημάτων της βόρειας και δυτικής πλευράς. Έκτοτε, ο πύργος παρουσίαζε έντονα στατικά προβλήματα και εικόνα ετοιμορροπίας.
Το 2013 ξεκίνησε το έργο αναστήλωσης του Βορειοανατολικού πύργου με χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ και εκτέλεση από τη Διεύθυνση Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων, σε συνεργασία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Αθηνών. Ως στόχος του έργου τέθηκε η άρση των στατικών προβλημάτων του μνημείου και η μερική αναστήλωση και αποκατάστασή του. Σήμερα οι παραμορφώσεις του πύργου έχουν διορθωθεί και το μνημείο έχει αναστηλωθεί σε ύψος που μας επιτρέπει να αντιληφθούμε την αρχική μορφή του.

Παλαιοχριστιανική Βασιλική Αιγοσθένων και Ναός Παναγίας ή Αγίας Άννας, Αρχαιολογικός Χώρος Αιγοσθένων, Πόρτο Γερμενό, Δήμος Μάνδρας-Ειδυλλίας

Στο μυχό του κόλπου του σημερινού Πόρτο Γερμενού, εντός των ορίων της αρχαίας ακρόπολης των Αιγοσθένων, βρίσκονται τα ερείπια παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Πρόκειται για πεντάκλιτη, ορθογώνιας κάτοψης βασιλική, διαστάσεων 25x20 μ., με προεξέχουσα ημικυκλική αψίδα ιερού και νάρθηκα στη δυτική πλευρά. Ανήκει στον λεγόμενο ελληνιστικό τύπο, που δεν απαντά συχνά στην Αττική, και χρονολογείται στον πρώιμο 5ο αι. Οι εξωτερικές τοιχοποιίες είναι κατασκευασμένες από αργούς λίθους, μεταξύ των οποίων παρεμβάλλεται μία μονή στρώση οριζόντιων οπτοπλίνθων. Περισσότερο επιμελημένης κατασκευής είναι ο τοίχος που διαχωρίζει το νάρθηκα από τον κυρίως ναό. Ο νάρθηκας επικοινωνούσε με τα πέντε κλίτη του κυρίως ναού μέσω ισάριθμων θυρών. Τέσσερις κιονοστοιχίες που έβαιναν σε στυλοβάτες χωρίζουν τον κυρίως ναό στα πέντε κλίτη. Από τους κίονες διατηρείται κατά χώραν μόνο μία ιωνική βάση. Ο κυρίως ναός επικοινωνούσε με το βαπτιστήριο μέσω θύρας στο δυτικό τμήμα της νότιας πλευράς.
Κατά τη διάρκεια ανασκαφών, που πραγματοποιήθηκαν το 1954 από τον καθηγητή Αν. Ορλάνδο, αποκαλύφθηκαν τμήματα του επιδαπέδιου ψηφιδωτού διακόσμου του μνημείου, ο οποίος κάλυπτε το κεντρικό κλίτος και το νάρθηκα της βασιλικής, καθώς και τον προθάλαμο του βαπτιστηρίου και ανάγεται στα τέλη του 5ου – αρχές 6ου αι.
Η βασιλική πιθανότατα καταστράφηκε τον 7ο αι. Επάνω στα ερείπια κτίστηκε, τον 11ο-12ο αι., μικρό τρίκογχο ναΰδριο με κυλινδρικό τρούλο, αφιερωμένο στην Παναγία ή στην Αγία Άννα. Eίναι κατασκευασμένο ως επί το πλείστον από αρχαίο αρχιτεκτονικό υλικό σε β΄ χρήση, συμπεριλαμβανομένων αρχαίων επιγραφών. Στο εσωτερικό του σώζονται και ελάχιστα σπαράγματα τοιχογραφικού διακόσμου. Ο ναός πιθανόν λειτούργησε ως καθολικό μονής, ενώ σε μεταγενέστερη εποχή ο χώρος χρησιμοποιήθηκε και ως νεκροταφείο.

Πύργος 6 του βόρειου μακρού τείχους (Β.Π6) και παρακείμενη πύλη

Ο Πύργος 6 του βόρειου μακρού τείχους βρίσκεται περίπου στα μισά της απόστασης από τη βορειοδυτική γωνία της ακροπόλεως έως την ακτή. Είναι σχεδόν τετράγωνος εξωτερικά, με μήκος πλευράς περίπου 6 μ. και εκτιμώμενο συνολικό αρχικό ύψος περίπου 9μ. από τη στάθμη του εδάφους. Ο πύργος προστατεύει μία πύλη που οδηγεί στην κάτω πόλη και δείχνει να έχει κατασκευασθεί ειδικά για την άμυνά της. Από την πύλη σώζονται οι παραστάδες.

Τελευταίος Πύργος του βόρειου μακρού τείχους (Β.Π9)

Βρίσκεται στο δυτικότερο άκρο του βόρειου μακρού τείχους και σήμερα είναι βυθισμένος εν μέρει στη θάλασσα. Κατά την αρχαιότητα, ο πύργος θα ήταν κτισμένος πολύ κοντά στην ακτή, χρησιμεύοντας πιθανότατα ως φυλάκιο και παρατηρητήριο του λιμανιού. Η βόρεια πλευρά που σώζεται καλύτερα, έχει μέγιστο ορατό μήκος 5,85 μ.

Print
465

Theme picker

image


Η Εφορεία Αρχαιοτήτων Δυτικής Αττικής είναι Περιφερειακή Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού

Terms Of UsePrivacy StatementCopyright 2021 by Εφορεία Αρχαιοτήτων Δυτικής Αττικής
Back To Top